Βρετανικά πολιτικά σκάνδαλα: Σεξ, ψέματα, φακελάκια και κατασκοπεία το μενού

Ένας από τους χειρότερους εφιάλτες κάθε πολιτικού είναι να συνδεθεί το όνομά του με μια αρνητική λέξη. Όσο πιο γενική είναι αυτή, τόσο το χειρότερο. Η ιστορία είναι γεμάτη ιστορίες όπως π.χ. αυτή του Ρίτσαρντ Νίξον με το Γουότεργκεϊτ και του Σίλβιο Μπερλουσκόνι με το «bunga bunga».

Και αναφερόμαστε βεβαίως, σε πολιτικούς άλλων χωρών γιατί στη μικρή μας νήσο απλά “εν ιδρώνει το αυτί τους”. Μη ξεχνάμε άλλωστε τα τόσα και τόσα σκάνδαλα που φέρνουν τη χώρας μας, στη δεύτερη θέση διαφθοράς, αλλά όλοι παραμένουν στις θέσεις τους και “ξανά προς τη δόξα τραβούν!”

Το θέμα μας σήμερα όμως, αφορά στους Άγγλους πολιτικούς και συγκεκριμένα στα σκάνδαλα των πρωθυπουργών, όπου τα ψέματα, τα φακελάκια και η κατασκοπεία, πάει σύννεφο!

Αρχής γενομένης απο τον Μπόρις Τζόνσον, η λέξη «σκάνδαλο» δεν έχει προηγούμενο, τουλάχιστον σε μετρήσιμα δεδομένα.

Υπάρχουν παγκόσμια περίπου 1,932 εκατομμύρια συνωνοματοι του ανά τον κόσμο, αλλά αν επισκεφθείτε την κεντρική σελίδα δημοφιλέστατης μηχανής αναζήτησης και γράψετε απλά το όνομα «Johnson» θα διαπιστώσετε ότι μακράν οι περισσότερες αναζητήσεις τον τελευταίο χρόνο γίνονται για τον διατελούντα υπό παραίτηση Βρετανό πρωθυπουργό.

H δε μακράν πιο «ταιριαστή» λέξη στο όνομα Johnson, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, είναι το γενικότατο “scandal”. Η συγκεκριμένη αναζήτηση «χτυπήθηκε» σχεδόν 380 εκατομμύρια φορές μόνο το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου! Δηλαδή, για τα άπλυτα του Μπόρις Τζόνσον ενδιαφέρθηκε να μάθει σχεδόν το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Από τα διαβόητα Partygate ως το σκάνδαλο Πίντσερ, που αποτέλεσε και την χαριστική βολή της θητείας του, ο Τζόνσον ήταν πρωταγωνιστής σε ιστορίες που του στοίχισαν πολιτικά. Και αποτέλεσαν έναν ακόμα κρίκο στη μακρά αλυσίδα των Βρετανών πρωθυπουργών, που βρέθηκαν αντιμέτωποι με κατηγορίες για σκάνδαλα, τόσο μεγάλα που κόστισαν στην πολιτική τους καριέρα. Ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, όλοι οι πρωθυπουργοί της Βρετανίας είδαν το όνομά τους να εμπλέκεται σε υποθέσεις, που μόνο υπερήφανους δεν τους έκαναν.

Βάσαλ-Προφούμο: Παιχνίδια κατασκόπων

Ο Χάρολντ Μακμίλαν ήταν ο πρώτος Βρετανός πρωθυπουργός που είδε την καριέρα του να διαλύεται εξαιτίας σεξουαλικών σκανδάλων, τα οποία έφτασαν στο σημείο να κοστίσουν και στην εθνική ασφάλεια. Τα ονόματα Βάσαλ και Προφούμο, οι πρωταγωνιστές των ιστοριών, μπορεί να έχουν ξεχαστεί τώρα, αλλά πριν ακριβώς 60 χρόνια βρέθηκαν στα χείλη όλων, Βρετανών και μη.

Το πρώτο σκάνδαλο χρονικά ήταν αυτό του Τζον Βάσαλ, ενός κατώτερου διπλωματικού υπαλλήλου, ο οποίος το 1962 συνελήφθη από τις βρετανικές αρχές και παραδέχτηκε ότι τα τελευταία 8 χρόνια διενεργούσε κατασκοπεία υπέρ της ΕΣΣΔ. Παρ’ ότι λόγω θέσης δεν είχε πρόσβαση σε ανώτερα έγγραφα, η «έκθεση ζημιών», που συνέταξε το βρετανικό Ναυαρχείο αργότερα, παραδέχτηκε ότι ο Βάσαλ παρείχε στους Σοβιετικούς κρίσιμες πληροφορίες για την ανάπτυξη της τεχνολογίας τους στο ναυτικό.

Το 1952 ο Βάσαλ διορίστηκε στη βρετανική πρεσβεία της Μόσχας στο γραφείο του ναυτικού ακόλουθου. Απομονωμένος από την τυπική διπλωματική σνομπαρία των ανώτερων υπαλλήλων, αλλά και λόγω της ομοφυλοφιλίας του (παράνομη τότε και στη Βρετανία και στην ΕΣΣΔ) υπήρξε εύκολος στόχος. Ένας Πολωνός ονόματι Μιχάλσκι τον γνώρισε στους υπόγειους κύκλους της Μόσχας, που διοργάνωναν διάφορα πάρτι με άφθονα ποτά και σεξ. Οι φωτογραφίες, που είχαν τραβήξει από την KGB, αποτέλεσαν το όχημα εκβιασμού του Βάσαλ. O οποίος, για να κρατήσει τη θέση του, συμφώνησε να δίνει έγγραφα. Το συνέχισε και μετά το 1956, όταν επέστρεψε στο Λονδίνο. Υπήρξε από τους πιο μακροχρόνια ενεργούς κατασκόπους, τουλάχιστον απ’ αυτούς που έχουν αποκαλυφθεί. Η σύλληψή του θεωρήθηκε τεράστια ήττα για τον συντηρητικό Μακμίλαν, ο οποίος είχε επενδύσει στην ηθική ανωτερότητα της παράταξης. O Βάσαλ καταδικάστηκε σε κάθειρξη 18 ετών, από τα οποία εξέτισε τα δέκα.

Τα χειρότερα, όμως, δεν είχαν έλθει ακόμα. Το σκάνδαλο Προφούμο ήταν ακόμα πιο εκρηκτικό. Ο Τζον Προφούμο, βουλευτής των συντηρητικών και υπουργός πολέμου στην κυβέρνηση του Μακμίλαν, βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα τον Μάρτιο του 1963 από αποκαλύψεις ότι, όντας παντρεμένος, διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με το 19χρονο μοντέλο Κριστίν Κίλερ. Τα πράγματα περιλέχθηκαν περισσότερο όταν αποδείχτηκε ότι η Κίλερ, το ίδιο διάστημα, είχε σεξουαλικές σχέσεις και με τον Γεβγένι Ιβάνοφ, τον ναυτικό ακόλουθο της σοβιετικής πρεσβείας στο Λονδίνο.

Ο Προφούμο αρχικά υιοθέτησε την πλήρη άρνηση, είπε ότι η σχέση δεν είχε τίποτα το ανάρμοστο, απείλησε με μηνύσεις, ώσπου τελικά παραδέχτηκε τρεις μήνες αργότερα (Ιούνιος 1963) ότι είχε πει ψέματα στη Βουλή των Κοινοτήτων. Παραιτήθηκε αμέσως από τα αξιώματά του, αλλά δεν δικάστηκε. Έγιναν εξονυχιστικές έρευνες και δεν προέκυψε πουθενά θέμα διαρροής που να αφορά την εθνική ασφάλεια. Η Κίλερ αποδείχτηκε ότι είχε πολλούς σεξουαλικούς παρτενέρ εκείνη την εποχή, αλλά δεν ήταν μέρος κάποιου παιχνιδιού. Ο Μακμίλαν, πάντως, παραιτήθηκε τον Οκτώβριο. Για λόγους υγείας, τυπικά.

Μάνα και κόρες, πέντε ερωμένες, όπλα στον Σαντάμ και καφέ φακελάκια

Ο Τζον Μέιτζορ, διάδοχος της Μάργκαρετ Θάτσερ στην πρωθυπουργία της Βρετανίας το 1990, έμεινε στη θέση του για επτά χρόνια, ως τον Μάιο του 1997. Μια από τις μεγαλύτερες θητείες χρονικά, η οποία όμως επισκιάστηκε από αυτές της προκατόχου του και του Τόνι Μπλερ, του διαδόχου του. Αυτό που δεν θυμούνται πολλοί είναι ότι ο Μέιτζορ αντιμετώπισε στο μέσο της θητείας του ένα κύμα σκανδάλων διαφορετικής υφής, τα οποία έμειναν στην πολιτική ζωή της Βρετανίας με το γενικό όνομα «sleaze».

Η λέξη δεν βρίσκεται στα επίσημα λεξικά, είναι της αργκό. Και σημαίνει ανήθικη, διεφθαρμένη, πρόστυχη συμπεριφορά. Τα σεξουαλικά ήταν όντως πολύ πιπεράτα: Επί εβδομάδες τα βρετανικά ταμπλόιντ ήταν γεμάτα από τις σεξουαλικές περιπέτειες του βουλευτή και πρώην υπουργού Στίβεν Νόρις με τις πέντε παράλληλες ερωμένες του. Ή με τον επίσης υπουργό Άλαν Κλαρκ, που είχε αποδεδειγμένα σεξουαλικές σχέσεις με μια μητέρα και τις δύο κόρες της, ευτυχώς (…) σε ξεχωριστές περιπτύξεις. Βουλευτές όπως ο Γκάρι Γουόλτερ και ο Τιμ Γέο αναγνώρισαν εξώγαμα τέκνα. Δύο άλλοι βουλευτές, ο Ροκ Ρίτσαρντς και ο Ρόμπερτ Χιουζ, παραιτήθηκαν όταν ήλθαν στο φως οι εξωσυζυγικές τους σχέσεις. Ο Χάρτλεϊ Μπουθ, σεβάσμιος βουλευτής με πύρινους λόγους υπέρ «τάξεως και ηθικής», αποδείχτηκε ότι διατηρούσε επί χρόνια εξωσυζυγική σχέση με έφηβο νεαρά, η οποία βρισκόταν στην ηλικία της μικρής του κόρης.

Το στρατιωτικό σκάνδαλο της εποχής έφερε την βρετανική εταιρία Μάτριξ Τσέρτσιλ να πουλάει στρατιωτικό εξοπλισμό στο καθεστώς του Σαντάμ Χουσεϊν στο Ιράκ (όλα αυτά λίγο μετά τον Πόλεμο του Κόλπου). Το σκάνδαλο αποδείχτηκε μεν με κυβερνητική παρέμβαση, προκάλεσε δε την παραίτηση και φυλάκιση του υπουργού Τζόναθαν Άιτκεν.

To πιο χοντροκομμένο σκάνδαλο της εποχής, πάντως, ήταν το λεγόμενο «cash for questions» (μετρητά για ερωτήσεις). Τα ταμπλόιντς κατακλύστηκαν από φωτογραφίες βουλευτών (κυρίως των Συντηρητικών) να παίρνουν ογκώδεις καφέ φακέλους γεμάτους μετρητά, προκειμένου να καταθέσουν επίκαιρες ερωτήσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων για θέματα που αφορούσαν τους… δότες, συνήθως μεγαλοεπιχειρηματίες και πλουτοκράτες. Για χρόνια ο καφέ φάκελλος, ακόμα και άδειος, συμβόλιζε στη Βρετανία αυτό που στην Ελλάδα μάθαμε να αποκαλούμε «Πάμπερς» από το τέλος της δεκαετίας του 1980.

Ο Μέιτζορ άντεξε τις τρικλοποδιές ως τον Ιούνιο του 1995. Τότε αποφάσισε να παραιτηθεί, όμως διεκδίκησε εκ νέου την προεδρία των Συντηρητικών (και την πρωθυπουργία) και επανεξελέγη, μάλιστα με χαρακτηριστική άνεση. Οι συνάδελφοί του μπορεί να τον αποκαλούσαν άτολμο και συμβιβαστικό, ωστόσο βρήκαν σ’ αυτόν έναν συνδετικό κρίκο που μπορούσε να τους κρατήσει στην εξουσία μέχρι να έλθει ο Μπλερ.

Ένα δάνειο για ένα «σερ»

Στα δέκα χρόνια παρουσίας του στην πρωθυπουργία της Μεγάλης Βρετανίας (1997-2007), ο Τόνι Μπλερ πέρασε από πολλές συμπληγάδες.

Με το εξωπραγματικό 63,4% των εδρών στην πρώτη του εκλογή, ήταν αποφασισμένος μέχρι και να κάνει χιούμορ με τα σκάνδαλα. Σχεδόν σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση οι Βρετανοί είδαν την δικηγόρο σύζυγό του Τσέρι να μπαίνει στο μετρό χωρίς εισιτήριο! Ισχυριζόμενη ότι ξέχασε να αγοράσει εισιτήριο πάνω στη βιασύνη της, φρόντισε μόνη της με το που αποβιβάστηκε να πάει στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και να πληρώσει το πρόστιμο.

Παρά το χιούμορ, πάντως, ο Μπλερ καταχωρήθηκε και ως ο μόνος Βρετανός πρωθυπουργός που, όντας εν ενεργεία, ανακρίθηκε με την ιδιότητα του υπόπτου από την αστυνομία. Το περίφημο σκάνδαλο “cash for honours”, στην τελευταία διετία της θητείας του, τον έμπλεξε σε διαδικασίες παράνομου χρηματισμού του Εργατικού Κόμματος με αντάλλαγμα… τίτλους τιμής.

Σύμφωνα με το τυπικό, τα πρόσωπα που έχουν επιλεγεί για απονομές τίτλων τιμής (σερ, λαίδη κτλ.) για διάφορους λόγους προτείνονται από τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τα έγγραφα έχουν την υπογραφή του. Το 2006 η Βουλή των Λόδρων απέρριψε αρκετά πρόσωπα από τις προτάσεις του Μπλερ, κάτι σπάνιο στα χρονικά. Όπως αποδείχτηκε πολλά απ’ αυτά τα πρόσωπα είχαν δανείσει μεγάλα χρηματικά ποσά στο Εργατικό Κόμμα, μάλιστα χωρίς να προβούν σε δημόσια αναγγελία της δωρεάς τους, κάτι που είναι υποχρεωτικό στη Βρετανία.

Μετά την καταγγελία στην Βουλή των Κοινοτήτων (που έγινε από έναν Ουαλό κι έναν Σκωτσέζο βουλευτή), διατάχθηκε αστυνομική έρευνα, που κράτησε πάνω από έναν χρόνο. Ο Μπλερ, όπως και άλλοι 45 βουλευτές του Εργατικού Κόμματος (και συνολικά πάνω από 80 πρόσωπα) ανακρίθηκαν ως ύποπτοι. Η έρευνα δεν μπόρεσε να βρει αδιάσειστα στοιχεία σύνδεσης των δανείων με τις προτάσεις για τίτλους τιμής. Δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Η ρετσινιά, όμως, ήταν ένα ακόμα καρφί στο ταλαιπωρημένο κορμί των Εργατικών και του Μπλερ, ο οποίος παραιτήθηκε το 2007.

Επισκευές σπιτιών και η απόδειξη του υδραυλικού

O Γκόρντον Μπράουν, ο άνθρωπος που διαδέχτηκε τον Μπλερ στην πρωθυπουργία, ήλθε αντιμέτωπος με ένα πολύ πιο γενικό σκάνδαλο, που αφορούσε όχι μόνο τον ίδιο ή το κόμμα του, αλλά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα στη Βρετανία. Το λεγόμενο σκάνδαλο των εξόδων (“expenses scandal”) που ξέσπασε και φούντωσε το 2009 από τα δημοσιεύματα της εφημερίδας Ντέιλι Τέλεγκραφ, αφορούσε τα εξωπραγματικά (κατά τα βρετανικά δεδομένα) οικονομικά προνόμια που είχαν κι εκμεταλλεύονταν οι Βρετανοί βουλευτές σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

Ο τύπος και ιδιαίτερα τα ταμπλόιντ ακολούθησαν. Και βγήκαν στη φόρα πολλές και ποικίλες οικονομικές ατασθαλίες: Από δήλωση μονίμων κατοικιών ως δευτερεύουσες κατά το δοκούν (για να δικαιούνται «επισκευές» με κρατικά λεφτά), απόπειρες φοροδιαφυγής όσον αφορά την ιδιοκτησία, παράνομη ενοικίαση κρατικών κατοικιών κτλ.

Η δημοσιογραφική έρευνα έφερε στο φως και άλλα, όπως π.χ. ένας βουλευτής των Συντηρητικών (Ντέρεκ Κόνγουεϊ) που φερόταν να πλήρωνε τον γιο του με κρατικό χρήμα ως υπάλληλο του γραφείου του, ενώ αυτός σπάνια πατούσε εκεί. Ή την βουλευτή των Συντηρητικών Καρολάιν Σπέλμαν, η οποία απαίτησε και πέτυχε να πληρωθεί η γκουβερνάντα του γιου της με κρατικά χρήματα, επειδή η ίδια απασχολούνταν στο γραφείο.

Ακόμα και για τον ίδιο τον Μπράουν υπήρξε δημοσίευμα: Τον κατηγορούσαν ότι πέρασε στα κρατικά έξοδα την αμοιβή 153 λιρών ενός υδραυλικού στο σπίτι του. Τελικά αποδείχτηκε ότι ο Μπράουν είχε πληρώσει από την τσέπη του και υπήρξε λάθος στην απόδειξη, που αποδόθηκε στο γραφείο του λογιστή του.

Τα συνολικά έξοδα που επιβαρύνθηκε το βρετανικό δημόσιο ξεπέρασαν τα 4 εκατομμύρια λίρες. Κάποιοι βουλευτές απομακρύνθηκαν από τα κόμματά τους, άλλοι προσφέρθηκαν να πληρώσουν κατόπιν εορτής, άλλοι δεν έβαλαν πάλι υποψηφιότητα.

Τηλεφωνικές υποκλοπές και παράνομες απελάσεις

O Ντέιβιντ Κάμερον δεν ήλθε αντιμέτωπος με τόσο εκτεταμένο αριθμό σκανδάλων, αλλά το ένα και μοναδικό σημαντικό που συνέβη στη θητεία του (2010-2016) τον άγγιξε προσωπικά. To σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών από συντάκτες της εφημερίδας News of the World, ιδιοκτησίας του Ρούπερτ Μέρντοχ, αφορούσε όχι μόνο υποκλοπές, αλλά και χρηματισμούς αξιωματικών της αστυνομίας και «ακατάλληλη επιρροή» (improper influence) κατά τη δημοσιογραφική έρευνα. Κοινώς, οι συντάκτες χρησιμοποιούσαν πληροφορίες που απέκτησαν παράνομα είτε για να εκβιάζουν, είτε για να αποσπούν άλλες πληροφορίες για τις ιστορίες τους.

Στην αρχή φαινόταν ότι το δίκτυο των υποκλοπών αφορούσε μόνο σελέμπριτις, πολιτικούς, μέχρι και μέλη της βρετανικής βασιλικής οικογένειας, όμως εκτεταμένη έρευνα από το 2011 και μετά αποκάλυψε ότι είχαν υποκλαπεί συνομιλίες και απλών ανθρώπων, όπως συγγενών των θυμάτων των βομβιστικών επιθέσεων του 2005 ή συγγενών Βρετανών στρατιωτών που είχαν χάσει τη ζωή τους σε ξένο έδαφος.

Ανάμεσα σ’ αυτούς που κατηγορήθηκαν, και τελικά καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, ήταν και ο Άντι Κούλσον, τότε επικεφαλής του γραφείου τύπου του πρωθυπουργού Κάμερον. Ο οποίος στην αρχή αποφάσισε να στηρίξει τον συνεργάτη του, όμως στο τέλος τον απέπεμψε υπό το βάρος των αποκαλύψεων.

Η Τερέζα Μέι, η προκάτοχος του Τζόνσον στην πρωθυπουργία, πρόλαβε να συνδέσει το όνομά της με το λεγόμενο «Windrush scandal», δηλαδή τη γενικότερη συμπεριφορά της κυβέρνησής της σχετικά με τους Βρετανούς υπηκόους αφρικανικής καταγωγής που προέρχονται από χώρες της Καραϊβικής. Η «πολιτική εχθρικού περιβάλλοντος» (hostile environment policy), δηλαδή η πρόκληση δυσκολιών στην παραμονή τους έτσι ώστε να επιστρέψουν «οικειοθελώς» στις πατρίδες τους, ήταν κεντρική επιλογή της κυβέρνησης. Επιβλήθηκε, όμως, κατά δικαίων και αδίκων, όπως αποδείχτηκε μετά από εκτεταμένη έρευνα. Το 2018 αποδείχτηκε ότι τουλάχιστον σε 83 περιπτώσεις υπήρξαν παράνομες απελάσεις Βρετανών υπηκόων από το Ηνωμένο Βασίλειο. Χιλιάδες άλλοι αντιμετώπισαν πρόβλημα στην εύρεση εργασίας, την εξασφάλιση υπηρεσιών υγείας και την άρνηση να ταξιδέψουν στη Βρετανία. Το σκάνδαλο άγγιξε τόσο την κυβέρνηση, που προκάλεσε την παραίτηση του Άμπερ Ραντ ως πρώτου γραμματέα της Μέι. Τον αντικατέστησε ο Σατζίντ Τζαβίντ, ο οποίος σήμερα προαναγγέλλεται ως ένας από τους πιθανούς διαδόχους του Τζόνσον.

Partygate και Πίντσερ, όνομα και πράγμα

O μέχρι πρότινος Βρετανός πρωθυπουργός άντεξε επί δύο χρόνια το βάρος του Partygate. Αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο του 2021, όταν άρχισαν τα πρώτα δημοσιεύματα για πάρτι στην πρωθυπουργική κατοικίας της Ντάουνινγκ Στριτ κατά τη διάρκεια της αυστηρής καραντίνας για τον κορωνοϊό, ο Τζόνσον ακροβατούσε από την απόλυτη άρνηση στην ταπεινή συγγνώμη. Όπως αποδείχτηκε, περισσότερα από τέσσερα τέτοια πάρτι έγιναν όχι μόνο εν γνώσει, αλλά και με τη συμμετοχή του Τζόνσον το διάστημα από τον Μάιο ως τα Χριστούγεννα του 2020, εποχή που όλη η Βρετανία βρισκόταν σε αυστηρό λοκντάουν.

Η αστυνομία, ως όφειλε, επέβαλε πρόστιμο 50 λιρών στον Τζόνσον και σε τουλάχιστον άλλα 50 άτομα που συμμετείχαν στα πάρτι, αλλά η ποινή εξόργισε περισσότερο το κοινό.

Αυτό που δεν μπόρεσε να αποφύγει ο Τζόνσον ήταν η παραίτηση για σεξουαλικό σκάνδαλο, που αφορούσε τον στενό του συνεργάτη Κρις Πίντσερ. Σχετικά άγνωστος στο ευρύ κοινό, ο Πίντσερ είχε θέση-κλειδί στο Συντηρητικό Κόμμα: Ήταν ο υπεύθυνος για ζητήματα κομματικής πειθαρχίας. Θεωρούνταν άνθρωπος με πυγμή, απηχούσε απολύτως τις απόψεις του αρχηγού και είχε μια εξαιρετική ικανότητα να «πείθει» διαφωνούντες βουλευτές του κόμματος να ψηφίζουν τελικά τα κυβερνητικά νομοσχέδια.

Ο Πίντσερ κατά τη διάρκεια ενός πάρτι (με προσκεκλημένους φίλους του Συντηρητικού κόμματος από την Κύπρο) ήπιε πολύ παραπάνω από το κανονικό, ξέφυγε και παρενόχλησε σεξουαλικά δύο άνδρες. Στη συνέχεια απολογήθηκε και παραιτήθηκε, ωστόσο το τσουνάμι των παραιτήσεων μελών της κυβέρνησης, που οδήγησε και σ’ αυτή του Τζόνσον, πυροδοτήθηκε από κάτι άλλο.

Το 2017 ο Πίντσερ, επίσης μεθυσμένος, είχε επιτεθεί με σαφή σεξουαλικά κίνητρα στον βουλευτή των Συντηρητικών και πρώην Ολυμπιονίκη κωπηλάτη Άλεξ Στόρι. Έφτασε στο σημείο να του σκίσει το πουκάμισο και να του πει δημόσια: «Εσύ μπορείς να πας μπροστά στο κόμμα»! Είχε διαταχθεί τότε εσωτερική έρευνα, αλλά το γεγονός είχε κουκουλωθεί.

O Τζόνσον αρχικά αρνήθηκε ότι ήξερε κάτι, ωστόσο αυτός που τον έκαψε ήταν ο πρώην σύμβουλός του Ντόμινικ Κάμινγκς, ο οποίος είχε αποπεμφθεί επειδή είχε παραβιάσει την αυστηρή καραντίνα τον Μάρτιο του 2020 για ένα ταξίδι στο Ντέραμ. Ο Κάμινγκς είπε ότι από το 2020 o Τζόνσον έκανε λογοπαίγνια με το όνομα του βουλευτή του με τη φράση «Πίντσερ στο όνομα, πίντσερ και στη φύση». Pincher είναι αυτός που τσιμπάει, που κεντρίζει. Αυτό το λογοπαίγνιο ήταν η απόδειξη ότι γνώριζε. Και του στοίχισε.

Με στοιχεία απο το cnn.gr