Ο Αβέρωφ ο Εκλεκτός που ξεκίνησε ξυπόλητος απο την Αργάκα – Και ένα δάκρυ κύλισε και έχασε το δρόμο

Από τη Mary Potter

"Ξυπόλητος ξεκίνησα από την Αργάκα, τίποτα δεν μου χαρίστηκε, ούτε μου δόθηκε", δήλωσε ο "Αβέρωφ ο Εκλεκτός" και ένα δάκρυ κύλησε απο το δεξί μου μάτι. Γιατί το αριστερό, ούτε να το φτύσω... 

Έπειτα, κλείσαν οι κάμερες και ανέβηκε – μετά της κουστωδίας του – στην αμαξάρα όπου έκαναν μια στάση για να γεμίζουν το αμάξι βενζίνη. Και “εσυγκλονίστην ο ξυπόλητος” για τις τιμές των καυσίμων!

Ουχί όμως παρομοίου τύπου με το πραγματικό φτωχαδάκι της γειτονιάς. Γιατί το φτωχαδάκι της γειτονιάς, έχει μια μικρομεσαία επιχείρηση, όπου μετά βίας τα βγάζει πέρα, λόγω των πολιτικών που στηρίζει ο “Αβέρωφ ο Εκλεκτός”. Το φτωχαδάκι της γειτονιάς, καταπίνει το σάλιο του για να σταμτήσει την πείνα γιατί έχει και πέντε στόματα να θρέψει και σκάει το 20ρικο στον βενζινά. Γιατί ξέρει, ότι πρέπει να βάλει βενζίνη να πάει δουλειά, γιατί αλλιώς το νοικοκυριό θα κλείσει. Και στη δουλειά τον περιμένουν και άλλα φτωχαδάκια της γειτονιάς που παλεύουν όλοι μαζί για την επιβίωση τους.

Γιατί αυτοί είναι οι πραγματικοί φτωχοί. Που μέχρι χθες ήταν μικρομεσαίοι. Γιατί γεννήθηκαν φτωχοί αλλά δεν μπήκαν μες το σύστημα. Και έγιναν, δουλεύοντας, τίμιοι μικρομεσαίοι. Και τώρα οι ανήθικες πολιτικές που στηρίζει, αυτός ο “Ξυπόλητος που την Αργάκα” τους αναγκάζουν να ξαναγίνουν φτωχοί. Αλλά παραμένουν Άνθρωποι.

Και για αυτό δεν σπάνε το βενζινάδικο της γειτονιάς. Γιατί ξέρουν, ότι το βενζινάδικο έχει αποκτηθεί με ιδρώτα και ο καημένος ο πρατηριούχος κινδυνεύει να κλείσει, ελέω ανταγωνισμού στις τιμές με τις ίδιες εταιρίες που του προμηθεύουν την βενζίνη. Και κλείνει το στόμα και γεμίζει το ρεζερβουάρ. Γιατί βλέπεις, τα φτωχαδάκια της γειτονιάς, δεν περιμένουν τα “οδοιπορικά” του Κόμματος για να γεμίσουν το ρεζερβουάρ τους.Γιατί μπορεί αυτός να πεινά, να έχει πέντε στόματα να θρέψει, αλλά η μικρή κόρη του μικρομεσαίου πρατηριούχου, διαγνώστηκε με καρκίνο και βλέπεις, τα φτωχαδάκια είναι περήφανα. Δίνουν απο το υστέρημα τους, στον φίλο που έχει ανάγκη. Και ας μην έχουν να βάλουν βενζίνη αύριο.

Τα φτωχαδάκια της γειτονιάς, ανεβαίνουν σε τρακτέρ στα αλήθεια – χωρίς φωτογράφους – οργώνουν κολοκάσι – χωρίς φωτογράφους και παίζουν με τα κοτοπουλάκια του γιου τους – χωρίς φωτογράφους πάλι! Πάνε στους καφενέδες, σχεδόν κάθε μέρα, να πιούνε μια μπύρα και όχι μια φορά το χρόνο για να προσελκύσουν οπαδούς! Που αν τα καφενεία είχαν στόμα, θα έφτυναν κάτι τέτοιους τυχάρπαστους πολιτικάντηδες.

Τα φτωχαδάκια της γειτονιάς, δουλεύουν μεροδούλι μεροφάϊ για να πάνε 5 μέρες διακοπές το χρόνο – αν είναι τυχεροί και έχει μείνει κάτι απο το λογαριασμό του ρεύματος. Πάνε διακοπές για να χαρούν τα παιδιά τους και ανεβάζουν ερασιτεχνικά stories και κουνημένες selfie. Δεν χρησιμοποιούν τα social media για να ανεβάζουν σπαρακτικούς διαλόγους και δακρύβρεχτα λογύρδια. Δεν σπάνε τη φωνή τους με τρόπο που θα ζήλευαν και οι ηθοποιοί που βραβεύονται στα Όσκαρ. Γιατί τα φτωχαδάκια έχουν τη γνώση ποιοι είναι και “ώσπου φτάνει το σιέρι τους”.

Τα φτωχαδάκια της γειτονιάς, αν τύχει να πιάσουν “την καλή” και γεμίσει η τσέπη τους χρήματα, δεν γίνονται κωλόπαιδα. Νιώθουν την αδικία και τον πόνο του άλλου γιατί τον έχουν νιώσει στο πετσί τους. Βοηθάνε το συνάνθρωπο τους, γιατί υπήρξαν πραγματικά φτωχόπαιδα.

Η κλαψομουνίαση ” ξεκίνησα ξυπόλητος που την Αργάκα” μου θύμισε κάποιον άλλο που “ξεκίνησεν τίτσιρος που τη Λεμεσό”. Και μετά, έγινε βασιλιάς. Μόνο που ο βασιλιάς ήταν γυμνός. Γιατί οι πράξεις ενός ανθρώπου έχουν την ιδιότητα να τον ξεγυμνώνουν.

Ο “Ξυπόλητος που την Αργάκα” βαδίζει στα ίδια ακριβώς βήματα με τον “τίτσιρον που τη Λεμεσό”.

Που διέλυσε κάθε κοινωνική ανοχή. Που δούλεψε με ‘κουμπάρους’ και “στενούς συνεργάτες” εις βάρος μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Τέτοια πράγματα δεν σου τα μαθαίνει η φτώχεια.

Η φτώχεια σου δίνει παπούτσια, αν δουλέψεις τίμια, και έπειτα έρχεται η κοινωνία και επιλέγει, αν θα σου τα δώσει στο χέρι…